Γιατί οι μαθητές απορρίπτουν ορισμένα επαγγέλματα; Ο ρόλος της οικογένειας μέσα από τη συστημική προσέγγιση

Οι επαγγελματικές αντιλήψεις, είτε αυτές αφορούν την επιλογή σπουδών είτε την αλλαγή καριέρας, δεν διαμορφώνονται αποκλειστικά μέσα από προσωπικές εμπειρίες ή και τα προσωπικά ενδιαφέροντα. Η απόρριψη ενός επαγγέλματος δεν σημαίνει πάντοτε έλλειψη ενδιαφέροντος ή ικανότητας. Μερικές φορές αποτελεί μια επιλογή που αποκτά νόημα μέσα από την οικογενειακή ιστορία και τις σχέσεις του παιδιού με το κοινωνικό σύστημά του.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της επίδρασης του οικογενειακού περιβάλλοντος στην επαγγελματική ανάπτυξη αποτελεί η έρευνα των Barling et al. (1998), η οποία εξετάζει πώς η εργασιακή ανασφάλεια των γονέων μπορεί να επηρεάσει τις αντιλήψεις και τις στάσεις των παιδιών τους απέναντι στην εργασία. Οι γονείς αποτελούν σημαντικές πηγές πληροφόρησης και κοινωνικοποίησης, καθώς τα παιδιά αναπτύσσουν σταδιακά πεποιθήσεις σχετικά με τον επαγγελματικό κόσμο παρατηρώντας τις εμπειρίες τους, τον τρόπο με τον οποίο μιλούν για την εργασία και τις συναισθηματικές τους αντιδράσεις. Για παράδειγμα, όταν ένας γονέας βιώνει έντονη αβεβαιότητα σχετικά με τη διατήρηση της εργασίας του, το παιδί ενδέχεται να αρχίσει να αντιλαμβάνεται την εργασία ως έναν χώρο αβεβαιότητας και ανασφάλειας (Barling et al., 1998).

Η επίδραση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών στις επαγγελματικές αντιλήψεις αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και στην περίπτωση των νεότερων γενεών. Ειδικότερα, η Generation Z, η οποία περιλαμβάνει άτομα που γεννήθηκαν περίπου μεταξύ 1997 και 2012, έχει μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον έντονης τεχνολογικής ανάπτυξης, κοινωνικοοικονομικών μεταβολών και αυξανόμενης αβεβαιότητας. Παράλληλα, η εμπειρία της πανδημίας COVID-19, σε συνδυασμό με τις συνεχείς αλλαγές στην αγορά εργασίας και τη διεύρυνση των διαθέσιμων επαγγελματικών επιλογών, έχει διαμορφώσει ένα σύνθετο πλαίσιο μέσα στο οποίο οι νέοι καλούνται να λάβουν αποφάσεις για την επαγγελματική τους πορεία. Στο πλαίσιο αυτό, παράγοντες όπως η επαγγελματική σταθερότητα, οι οικονομικές απολαβές, η κοινωνική προσφορά, οι συνθήκες εργασίας, οι δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης και η προσωπική ικανοποίηση αποκτούν ιδιαίτερη σημασία κατά τη διαδικασία επαγγελματικής επιλογής.

Σε πιο σύγχρονα δεδομένα και ενδεικτικά, η ποιοτική έρευνα των Sillero et al. (2023), η οποία πραγματοποιήθηκε σε 105 πρωτοετείς φοιτητές Νοσηλευτικής της Generation Z στην Ισπανία, ανέδειξε ότι η επιλογή του συγκεκριμένου επαγγέλματος επηρεάζεται τόσο από εξωτερικά κίνητρα, όπως οι προοπτικές απασχόλησης και η οικονομική ασφάλεια, όσο και από εσωτερικά κίνητρα, όπως η επιθυμία κοινωνικής προσφοράς και η αίσθηση επαγγελματικής αποστολής. Ωστόσο, ένα σημαντικό εύρημα της μελέτης ήταν ότι οι προσδοκίες των νέων δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στις πραγματικές συνθήκες άσκησης του επαγγέλματος. Η απόκλιση αυτή αναδεικνύει τη σημασία της έγκαιρης και ουσιαστικής επαγγελματικής πληροφόρησης, καθώς και την ανάγκη υποστήριξης των νέων στη διαμόρφωση ρεαλιστικών προσδοκιών σχετικά με τη μελλοντική τους σταδιοδρομία.

Η σύνθετη αυτή σχέση μεταξύ ατομικών χαρακτηριστικών, κοινωνικών επιρροών και περιβαλλοντικών συνθηκών μπορεί να κατανοηθεί μέσα από το Πλαίσιο Θεωρίας Συστημάτων (Systems Theory Framework – STF), που αναπτύχθηκε από τις Patton και McMahon. Πρόκειται για μια ολιστική προσέγγιση της επαγγελματικής ανάπτυξης, η οποία αναγνωρίζει ότι η σταδιοδρομία δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά από ατομικά χαρακτηριστικά, αλλά μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδραση προσωπικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Η πρώτη παρουσίαση του πλαισίου πραγματοποιήθηκε το 1995 (McMahon & Patton), ενώ το 1997 ακολούθησε η δημοσίευση που επικεντρώθηκε στις πρακτικές εφαρμογές του (Patton & McMahon, 1997). Το 1999 δημοσιεύτηκε η βασική θεωρητική παρουσίαση του μοντέλου (Patton & McMahon, 1999), συμβάλλοντας στην περαιτέρω ανάπτυξη της συστημικής προσέγγισης στη Συμβουλευτική Σταδιοδρομίας.

Σύμφωνα με το STF, η επαγγελματική ανάπτυξη επηρεάζεται από τρία βασικά, αλληλοσυνδεόμενα συστήματα: το ατομικό σύστημα (individual system), το κοινωνικό σύστημα (social system) και το περιβαλλοντικό-κοινωνικό σύστημα (environmental-societal system). Το ατομικό σύστημα περιλαμβάνει ενδοατομικούς παράγοντες, όπως η ηλικία, το φύλο, η αυτοαντίληψη, η υγεία, οι ικανότητες, οι δεξιότητες, η προσωπικότητα, τα ενδιαφέροντα, οι αξίες, οι πεποιθήσεις και η γνώση του κόσμου της εργασίας. Το κοινωνικό σύστημα αφορά τις επιρροές που προκύπτουν από τις διαπροσωπικές σχέσεις και το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον, όπως η οικογένεια, οι συνομήλικοι, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ο χώρος εργασίας, τα μέσα ενημέρωσης και οι κοινοτικές ομάδες. Αντίστοιχα, το περιβαλλοντικό-κοινωνικό σύστημα περιλαμβάνει ευρύτερους παράγοντες, όπως οι πολιτικές αποφάσεις, οι ιστορικές εξελίξεις, η παγκοσμιοποίηση, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, η αγορά εργασίας και η γεωγραφική τοποθεσία.

Βασικό χαρακτηριστικό του πλαισίου είναι ότι τα συστήματα αυτά δεν λειτουργούν ανεξάρτητα, αλλά βρίσκονται σε μια δυναμική και αμφίδρομη σχέση αλληλεπίδρασης, η οποία εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου. Παράλληλα, το STF αναγνωρίζει τη σημασία της χρονικής διάστασης και των απρόβλεπτων γεγονότων, τα οποία μπορούν να επηρεάσουν ή να μεταβάλουν την επαγγελματική πορεία ενός ατόμου. Επομένως, οι επαγγελματικές επιλογές δεν αποτελούν αποκλειστικά αποτέλεσμα προσωπικών επιθυμιών ή ικανοτήτων, αλλά διαμορφώνονται μέσα σε ένα σύνθετο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων, ευκαιριών και περιορισμών.

Η διεπιστημονική διάσταση του STF επιτρέπει, επιπλέον, τη σύνδεση της Συμβουλευτικής Σταδιοδρομίας με επιστημονικά πεδία όπως η κοινωνιολογία, η οικονομία και η εκπαίδευση, τα οποία συμβάλλουν στην κατανόηση των κοινωνικών και δομικών παραγόντων που επηρεάζουν την επαγγελματική ανάπτυξη. Ενδεικτικά, ο Roberts (2012) αναδεικνύει τη σημασία των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών στη διαμόρφωση των επαγγελματικών ευκαιριών των νέων. Αντίστοιχα, οι Archer, Wong και DeWitt (2013) επισημαίνουν ότι οι εκπαιδευτικές και επαγγελματικές φιλοδοξίες επηρεάζονται από ένα σύνολο κοινωνικών και πολιτισμικών παραγόντων, όπως η κοινωνική τάξη, το φύλο, η εθνικότητα, το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον, καθώς και οι δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου. Οι προσεγγίσεις αυτές ενισχύουν την αντίληψη ότι η επαγγελματική ανάπτυξη αποτελεί μια πολυδιάστατη διαδικασία, η οποία δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται (McMahon & Patton, 2018).

Στο πλαίσιο της συστημικής προσέγγισης, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η σχέση μεταξύ οικογενειακής ζωής και επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Η Collin (2006) εξετάζει τη σχέση αυτή, αναδεικνύοντας τους περιορισμούς των παραδοσιακών θεωριών επαγγελματικής ανάπτυξης, οι οποίες συχνά επικεντρώνονται στο άτομο, δίνοντας έμφαση στα προσωπικά ενδιαφέροντα, στις ικανότητες, στις αξίες και στις ατομικές επαγγελματικές επιλογές. Αντίθετα, η συγγραφέας υποστηρίζει ότι η επαγγελματική πορεία δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες διαστάσεις της ανθρώπινης ζωής, καθώς αναπτύσσεται μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές και οικογενειακές συνθήκες.

Αξιοποιώντας τη συστημική προσέγγιση (Systems Thinking), η Collin (2006) προτείνει την κατανόηση της σταδιοδρομίας ως μιας δυναμικής διαδικασίας που διαμορφώνεται μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδραση διαφορετικών συστημάτων. Σε αυτά περιλαμβάνονται το ατομικό σύστημα, το οποίο αφορά τις προσωπικές αξίες, τα ενδιαφέροντα, τις ικανότητες και τους στόχους του ατόμου, το οικογενειακό σύστημα, που περιλαμβάνει τις σχέσεις, τους ρόλους, τις υποχρεώσεις και τις προσδοκίες των μελών της οικογένειας, το εργασιακό σύστημα, το οποίο συνδέεται με τις επαγγελματικές απαιτήσεις, τις συνθήκες εργασίας και τις διαθέσιμες ευκαιρίες, καθώς και το ευρύτερο κοινωνικό σύστημα, που περιλαμβάνει τις κοινωνικές αντιλήψεις, τα πολιτισμικά πρότυπα και τις οικονομικές συνθήκες. Τα συστήματα αυτά βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση, με αποτέλεσμα οι αλλαγές σε ένα από αυτά να μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία των υπολοίπων. Για παράδειγμα, η απόφαση ενός ατόμου να αλλάξει επαγγελματική κατεύθυνση μπορεί να επηρεάζεται τόσο από τις προσωπικές του φιλοδοξίες όσο και από τις οικογενειακές του υποχρεώσεις, ενώ παράλληλα η ίδια η επαγγελματική αλλαγή μπορεί να επιφέρει μεταβολές στις οικογενειακές σχέσεις και ισορροπίες.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην έννοια της «φιλικής προς την οικογένεια σταδιοδρομίας» (Family-Friendly Career), η οποία δεν περιορίζεται στην εφαρμογή ευέλικτων εργασιακών ρυθμίσεων ή πολιτικών υποστήριξης της οικογενειακής ζωής, αλλά αφορά μια ευρύτερη αντίληψη της επαγγελματικής ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία οι επαγγελματικές και οικογενειακές ανάγκες αποτελούν αλληλοσυνδεόμενες διαστάσεις. Υπό αυτή την οπτική, η επαγγελματική επιτυχία δεν αξιολογείται αποκλειστικά με βάση την ιεραρχική ανέλιξη, το εισόδημα ή την απόκτηση υψηλότερων επαγγελματικών θέσεων, αλλά και με βάση τη δυνατότητα του ατόμου να διαμορφώνει μια επαγγελματική πορεία που ανταποκρίνεται στις προσωπικές του ανάγκες, στους οικογενειακούς του ρόλους και στις ευρύτερες συνθήκες ζωής.

Παράλληλα, η Collin (2006) αναδεικνύει την έννοια της «οικογενειακής σταδιοδρομίας» (Family Career), προτείνοντας τη μετατόπιση της προσοχής από την επαγγελματική πορεία κάθε μέλους της οικογένειας μεμονωμένα στη συνολική εξέλιξη της οικογένειας ως δυναμικού συστήματος. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι επαγγελματικές επιλογές, οι αλλαγές και οι εμπειρίες ενός μέλους μπορούν να επηρεάσουν τις δυνατότητες, τις αποφάσεις και τις ανάγκες των υπολοίπων, ενώ αντίστοιχα οι μεταβολές στην οικογενειακή ζωή μπορούν να επαναπροσδιορίσουν τις επαγγελματικές προτεραιότητες του ατόμου. Επομένως, η σχέση μεταξύ οικογένειας και σταδιοδρομίας χαρακτηρίζεται από αμφίδρομες και διαρκώς μεταβαλλόμενες αλληλεπιδράσεις.

Η σημασία της διερεύνησης αυτών των επιρροών στη Συμβουλευτική Σταδιοδρομίας αναδεικνύεται και από τον McIlveen (2015), ο οποίος παρουσιάζει δύο ποιοτικά εργαλεία, το My Career Chapter και το Career Systems Interview. Τα εργαλεία αυτά αξιοποιούν την προσωπική αφήγηση και τη συστημική προσέγγιση, επιτρέποντας στον συμβουλευόμενο να διερευνήσει τις εμπειρίες και τις σχέσεις που έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση της επαγγελματικής του πορείας. Σύμφωνα με την προσέγγισή του, η επαγγελματική ταυτότητα δεν αποτελεί ένα στατικό σύνολο χαρακτηριστικών, αλλά διαμορφώνεται και εξελίσσεται μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες, τις κοινωνικές σχέσεις και τον αναστοχασμό. Για παράδειγμα, ένας νέος μπορεί να επιθυμεί να ακολουθήσει ένα καλλιτεχνικό επάγγελμα, αλλά ταυτόχρονα να επηρεάζεται από τις οικογενειακές προσδοκίες για οικονομική ασφάλεια και επαγγελματική σταθερότητα. Μέσα από τη διερεύνηση αυτών των επιρροών, ο συμβουλευόμενος μπορεί να αναγνωρίσει τις προσωπικές του αξίες, να κατανοήσει καλύτερα τους παράγοντες που διαμορφώνουν τις αποφάσεις του και να αναπτύξει μεγαλύτερη αυτογνωσία, προχωρώντας σε περισσότερο συνειδητές επαγγελματικές επιλογές.

Συνολικά, η συστημική προσέγγιση αναδεικνύει ότι η επαγγελματική σταδιοδρομία δεν αποτελεί μια απομονωμένη ατομική διαδικασία, αλλά διαμορφώνεται μέσα από ένα σύνθετο δίκτυο προσωπικών, οικογενειακών, εργασιακών και κοινωνικών επιρροών. Η οπτική αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη Συμβουλευτική Σταδιοδρομίας, καθώς υπογραμμίζει την ανάγκη διερεύνησης όχι μόνο των ατομικών χαρακτηριστικών και επαγγελματικών στόχων του συμβουλευόμενου, αλλά και των οικογενειακών σχέσεων, των κοινωνικών προσδοκιών και των συνθηκών ζωής που επηρεάζουν τη διαδικασία λήψης επαγγελματικών αποφάσεων.

επάγγελμα

Γιατί ένα παιδί μπορεί να απορρίπτει ένα επάγγελμα;

Διαφοροποίηση από τους γονείς

Η απόρριψη ενός επαγγέλματος μπορεί να συνδέεται με την επιθυμία του παιδιού να διαφοροποιηθεί από τους γονείς του και να διαμορφώσει τη δική του προσωπική και επαγγελματική ταυτότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επαγγελματική πορεία των γονέων λειτουργεί ως ένα ισχυρό οικογενειακό πρότυπο, από το οποίο το παιδί επιθυμεί να αποστασιοποιηθεί, προκειμένου να αναπτύξει μια ανεξάρτητη πορεία.

Για παράδειγμα, ένα παιδί που μεγαλώνει σε οικογένεια γιατρών μπορεί να δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να ακολουθήσει την Ιατρική, όχι απαραίτητα λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος ή ικανοτήτων, αλλά επειδή επιδιώκει να διαφοροποιηθεί από την οικογενειακή παράδοση και τις προσδοκίες που τη συνοδεύουν.

Η διαδικασία αυτή μπορεί να εξεταστεί μέσα από την έννοια της «διαφοροποίησης του εαυτού» (Differentiation of Self), η οποία αποτελεί βασικό στοιχείο της Θεωρίας Οικογενειακών Συστημάτων του Murray Bowen. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, η διαφοροποίηση συνδέεται με την ικανότητα του ατόμου να διαμορφώνει προσωπικές πεποιθήσεις και να λαμβάνει αυτόνομες αποφάσεις, διατηρώντας παράλληλα τη συναισθηματική του σύνδεση με την οικογένεια.

επαγγέλματα

Αρνητικές εμπειρίες από το επάγγελμα των γονέων

Η καθημερινή επαφή του παιδιού με τις επαγγελματικές εμπειρίες των γονέων και του ευρύτερου οικογενειακού του περιβάλλοντος μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται συγκεκριμένα επαγγέλματα. Οι εμπειρίες αυτές ενδέχεται να λειτουργήσουν είτε ως θετικά πρότυπα προς μίμηση είτε ως παραδείγματα προς αποφυγή.

Ιδιαίτερα κατά τις ηλικιακές περιόδους στις οποίες το παιδί διαμορφώνει τις πρώτες του αντιλήψεις για τον κόσμο των ενηλίκων και της εργασίας, η σύνδεση ενός επαγγέλματος με αρνητικά συναισθήματα, όπως ο φόβος, η ανασφάλεια, το άγχος ή η εξάντληση, μπορεί να επηρεάσει τη στάση του απέναντι στη συγκεκριμένη επαγγελματική κατεύθυνση.

Για παράδειγμα, όταν ένας γονέας εργάζεται πολλές ώρες, βιώνει έντονο εργασιακό άγχος ή απουσιάζει συχνά από την οικογενειακή ζωή, το παιδί ενδέχεται να συνδέσει το επάγγελμά του με την εξάντληση, την πίεση ή την έλλειψη προσωπικού χρόνου. Ως αποτέλεσμα, μπορεί σταδιακά να αναπτύξει αρνητική στάση απέναντι στη συγκεκριμένη επαγγελματική επιλογή και να την απορρίψει, ακόμη και αν διαθέτει τα απαραίτητα ενδιαφέροντα και τις δεξιότητες για να την ακολουθήσει.

μαθητές

Οικογενειακές προσδοκίες και αντίδραση στην πίεση

Οι οικογενειακές προσδοκίες μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τις επαγγελματικές επιλογές των νέων, ιδιαίτερα όταν οι γονείς επιθυμούν το παιδί τους να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη εκπαιδευτική ή επαγγελματική διαδρομή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η απόρριψη ενός επαγγέλματος δεν συνδέεται απαραίτητα με την έλλειψη ενδιαφέροντος ή ικανοτήτων, αλλά μπορεί να αποτελεί μια προσπάθεια διεκδίκησης προσωπικής αυτονομίας και ανεξαρτησίας.

Για παράδειγμα, ένας έφηβος μπορεί να απορρίπτει τη Νομική όχι επειδή δεν τον ενδιαφέρει το αντικείμενο, αλλά επειδή αισθάνεται ότι η συγκεκριμένη επιλογή αποτελεί περισσότερο επιθυμία των γονέων του παρά προσωπική του απόφαση. Η κατάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία κατά την ηλικία των 15 έως 17 ετών, όταν οι μαθητές καλούνται να λάβουν σημαντικές αποφάσεις σχετικά με τις μελλοντικές τους σπουδές. Πρόκειται για μια αναπτυξιακή περίοδο κατά την οποία οι βιολογικές και ψυχοσυναισθηματικές αλλαγές της εφηβείας επηρεάζουν τη συναισθηματική ρύθμιση και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Παράλληλα, όταν οι υψηλές προσδοκίες των γονέων δεν συμβαδίζουν με την αυτοπεποίθηση και την εικόνα που έχει διαμορφώσει ο νέος για τις προσωπικές του δυνατότητες, ενδέχεται να δημιουργηθεί μια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στις οικογενειακές απαιτήσεις και στην προσωπική του αυτοαντίληψη. Η περιορισμένη αυτογνωσία ή η δυσκολία αναγνώρισης των ενδιαφερόντων, των ικανοτήτων και των προσωπικών του ορίων μπορεί να εντείνει αυτή τη σύγκρουση, οδηγώντας σε αμφισβήτηση ή ακόμη και σε αντίδραση απέναντι στην προτεινόμενη επαγγελματική κατεύθυνση.

Επιπλέον, οι αντιλήψεις της οικογένειας σχετικά με το κοινωνικό κύρος, τις οικονομικές απολαβές και την επαγγελματική καταξίωση μπορεί να διαφοροποιούνται από τις προσωπικές και επαγγελματικές αξίες του παιδιού. Ένα επάγγελμα που οι γονείς θεωρούν επιτυχημένο λόγω της οικονομικής ασφάλειας ή της κοινωνικής αναγνώρισης που προσφέρει, ενδέχεται να μην ανταποκρίνεται στις ανάγκες, στα ενδιαφέροντα και στις επιθυμίες του νέου. Ως αποτέλεσμα, η απόρριψη της συγκεκριμένης επιλογής μπορεί να εκφράζει όχι μόνο αντίδραση στην οικογενειακή πίεση, αλλά και την προσπάθεια του ατόμου να διαμορφώσει μια επαγγελματική πορεία περισσότερο συμβατή με τη δική του ταυτότητα και τις προσωπικές του αξίες.

Βιβλιογραφία:

Barling, J., Dupre, K. E., & Hepburn, C. G. (1998). Effects of parents’ job insecurity on children’s work beliefs and attitudes. Journal of Applied Psychology, 83(1), 112–118. https://doi.org/10.1037/0021-9010.83.1.112

Collin, A. (2006). Conceptualising the family-friendly career: The contribution of career theories and a systems approach. British Journal of Guidance & Counselling, 34(3), 295–307. Επίσημη δημοσίευση

McIlveen, P. (2015). My career chapter and the career systems interview. In M. McMahon & M. Watson (Eds.), Career assessment: Qualitative approaches (pp. 123–128). Rotterdam: Sense.

McMahon, M., & Patton, W. (2018). Systemic thinking in career development theory. British Journal of Guidance & Counselling, 46(2), 229–240.

Sillero, A. S., Poisa, M. G., Marques-Sule, E., & Margañon, R. A. (2023). Motivations and expectations of generation Z nursing students: A post-pandemic career choice qualitative analysis. Journal of Professional Nursing, 49, 178-185.